| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.818.544 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίσημος |
0,03 sec. |
|
επίσημος formal, official رسمي, عُرفي formální, oficiální formel, officiel formell, offiziell formal, oficial muodollinen, virallinen formel, officiel formalan, službeni formale, ufficiale 正式の, 職務上の 직무상의, 형식적인 formeel, officieel formell, offisiell formalny, urzędowy formal, oficial официальный, формальный formell, officiell เจ้าหน้าที่, ตามธรรมเนียมปฏิบัติ resmi, yetkili chính thức, trịnh trọng 官方的, 正式的 επίθ α / θ / ουδ επίσημος, επίσημη, επίσημo [e'pisimos, e'pisimi, e'pisimo] 2 από έγκυρη πηγή officiel επίσημη ανακοίνωση déclaration 3 που έχει επικρατήσει ως θεσμός officiel επίσημη γλώσσα une langue officielle 4 που ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες officiel/-iellesolennel/-elle επίσημη τελετή une cérémonie solennelle επίρρ επίσημα [e'pisima] officiellement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|