| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.437.832 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επίτευγμα |
0,01 sec. |
|
|
επίτευγμα achievement, feat, pursuit إنجاز úspěch præstation Leistung logro saavutus accomplissement dostignuće risultato 達成 달성 prestatie prestasjon osiągnięcie realização достижение prestation การบรรลุผลสำเร็จ başarı thành tích 成就 成就 הישג
ουσ ουδ επίτευγμα [e'pitevɣma] κατόρθωμα exploit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|