| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.329.644 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίτευγμα |
0,02 sec. |
|
επίτευγμα achievement, feat, pursuit إنجاز úspěch præstation Leistung logro saavutus accomplissement dostignuće risultato 達成 달성 prestatie prestasjon osiągnięcie realização достижение prestation การบรรลุผลสำเร็จ başarı thành tích 成就 ουσ ουδ επίτευγμα [e'pitevɣma] κατόρθωμα exploit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|