| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.592.765 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επίτηδες |
0,49 sec. |
|
επίτηδες exprès, intentionnellement, délibérément بشكل متعمد úmyslně forsætligt absichtlich deliberately a propósito tahallaan promišljeno intenzionalmente 故意に 고의적으로 doelbewust med vilje umyślnie intencionalmente, propositalmente намеренно avsiktligt อย่างรอบคอบ kasıtlı olarak một cách cố tình 故意地 επίρρ επίτηδες [e'pitiðes] με πρόθεση exprès κάνω κτ επίτηδες faire exprès Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|