Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.901.110 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επανάληψη

0,01 sec.
επανάληψη repetition, repeat répétition, rediffusion تكرار opakování gentagelse Wiederholung repetición toisto ponavljanje ripetizione 繰り返し 반복 herhaling repetisjon powtórzenie repetição повторение repris การกระทำซ้ำ tekrar sự nhắc lại 重复
ουσ θ επανάληψη [epa'nalipsi]
1 όταν κτ γίνεται ή λέγεται περισσότερο από μία φορά répétition
αποφεύγω τις επαναλήψεις éviter les répétitions
2 το να παρουσιάζω κτ για άλλη μια φορά reprise
ένα έργο σε επανάληψη la reprise d'un film
3 μελέτη με σκοπό τον έλεγχο των γνώσεών μου révision
κάνω επανάληψη réviserfaire une révision
κατ' επανάληψη
συνεχώς à répétition


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.