| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.901.110 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επανάληψη |
0,01 sec. |
|
επανάληψη repetition, repeat répétition, rediffusion تكرار opakování gentagelse Wiederholung repetición toisto ponavljanje ripetizione 繰り返し 반복 herhaling repetisjon powtórzenie repetição повторение repris การกระทำซ้ำ tekrar sự nhắc lại 重复 ουσ θ επανάληψη [epa'nalipsi] 1 όταν κτ γίνεται ή λέγεται περισσότερο από μία φορά répétition αποφεύγω τις επαναλήψεις éviter les répétitions κατ' επανάληψη συνεχώς à répétition Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|