| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.453.889 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επανάσταση |
0,01 sec. |
|
|
επανάσταση revolution, rebellion révolution rebelião, revolução ثورة revoluce revolution Revolution revolución vallankumous revolucija rivoluzione 革命 혁명 revolutie revolusjon rewolucja революция revolution การปฏิวัติ devrim cuộc cách mạng 革命 Революция 革命
ουσ θ επανάσταση [epa'nastasi] 1 μαζική αντίδραση για ανατροπή καθεστώτος révolution; insurrection λαϊκή επανάσταση une révolution populaire 2 έντονη αντίδραση σε καταπίεση révolution Γίνεται επανάσταση στο σπίτι. C'est la révolution à la maison. 3 ξαφνική και βαθιά αλλαγή σε έναν τομέα révolution η βιομηχανική επανάσταση la révolution industrielle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|