| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.507.971 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επαναληπτικός |
0,01 sec. |
|
επαναληπτικός iterative, repeating, repetitive itératif, répétitif تكراري opakující (se) ensformig dauernd wiederholend (sich) repetitivo itseään toistava repetitivan ripetitivo 反復性の 반복적인 herhalend (zich) repeterende powtarzający się repetitivo повторяющийся enformig ที่ทำซ้ำซาก tekrarlayan lặp đi lặp lại 重复的 επίθ επαναληπτικός, επαναληπτική, επαναληπτικό [epanalipti'kos, epanalipti'ci, epanalipti'ko] που επαναλαμβάνεται systématique |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|