| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.280.505 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επαναφέρω |
0,02 sec. |
|
επαναφέρω reset, restore, reconstitute, retrieve, bring back يُعْيد vrátit bringe tilbage zurückbringen devolver palauttaa rapporter vratiti riportare 戻す 돌려주다 terugbrengen ta med (seg) tilbake przywrócić trazer de volta восстанавливать hämta hit นำกลับมา geri getirmek mang trả lại 拿回来 ρ μετβ επαναφέρω [epana'fero] ξαναφέρνω rétablir επαναφέρω την τάξη rétablir l'ordre επαναφέρω τη δημοκρατία rétablir la démocratie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|