| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.424.133 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επανειλημμένος |
0,03 sec. |
|
επανειλημμένος repeated répété επίθ επανειλημμένος, επανειλημμένη, επανειλλημένο [epanili'menos, epanili'meni, epanili'meno] μόνιμος permanent/-ente επανειλημμένες προσπάθειες des efforts permanents επίρρ επανειλημμένα, επανειλημμένως [epanili'mena, epanili'menos] de façon répétitive/itérativeà plusieurs reprises Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|