| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.967.126 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επανεξετάζω |
0,03 sec. |
|
επανεξετάζω reexamine, reconsider επανεξετάζω réexaminer, réévaluer επανεξετάζω يُعْيد النظر في επανεξετάζω rozmyslet (si) to επανεξετάζω genoverveje επανεξετάζω nochmals überlegen επανεξετάζω reconsiderar επανεξετάζω harkita uudelleen επανεξετάζω ponovo razmotriti επανεξετάζω riconsiderare επανεξετάζω 考え直す επανεξετάζω 재고하다 επανεξετάζω heroverwegen επανεξετάζω vurdere på nytt επανεξετάζω rozpatrzyć na nowo επανεξετάζω reconsiderar επανεξετάζω пересматривать επανεξετάζω ompröva επανεξετάζω พิจารณาใหม่ επανεξετάζω yeniden ele almak επανεξετάζω cân nhắc lại επανεξετάζω 重新考虑 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|