| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.999.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επαρκώ |
0,02 sec. |
|
επαρκώ suffice, go around, go round хватить, вращаться يَلِفْ být dostatek gå rundt ausreichen andar por kiertää circuler zaobići fare il giro 皆に行き渡る 골고루 돌아가다 rondgaan dra rundt obejść ter suficiente gå runt วนไปวนมา idare etmek đủ 到处走动 ρ αμετβ επαρκώ [epar'ko] είμαι αρκετός être suffisant/-ante Οι γνώσεις του επαρκούν. Il a suffisamment de connaissances.Ses connaissances sont suffisantes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|