| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.196.202 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επαρχιακός |
0,03 sec. |
|
επαρχιακός provincial επίθ α / θ / ουδ επαρχιακός, επαρχιακή, επαρχιακό [eparçia'kos, eparçia'ci, eparçia'ko] σχετικός με την επαρχία provincial/-iale επαρχιακή πόλη une ville provinciale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|