| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.481.541 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επαρχιακός |
0,01 sec. |
|
|
επαρχιακός provincial provinciale Provincial المقاطعة provincial 省 省 מחוזי จังหวัด
επίθ α / θ / ουδ επαρχιακός, επαρχιακή, επαρχιακό [eparçia'kos, eparçia'ci, eparçia'ko] σχετικός με την επαρχία provincial/-iale επαρχιακή πόλη une ville provinciale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|