| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.482.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επαφή |
0,01 sec. |
|
|
επαφή contact, touch contact contatto اتصال kontakt kontakt Kontakt contacto yhteys kontakt 連絡 접촉 contact kontakt kontakt contacto, contato контакт kontakt การติดต่อ temas sự liên hệ 联系人 контакт איש קשר
ουσ θ επαφή [epa'fi] 1 άγγιγμα μεταξύ δύο σωμάτων contact σημείο επαφής le point de contact 3 κοινωνική σχέση relation Έχω επαφές στο εξωτερικό. J'ai des relations à l'étranger. 4 η σεξουαλική πράξη rapport (sexuel) έχω σεξουαλικές επαφές avoir des rapports sexuels Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|