| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.051.528 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επαφή |
0,01 sec. |
|
επαφή contact, touch contact contatto اتصال kontakt kontakt Kontakt contacto yhteys kontakt 連絡 접촉 contact kontakt kontakt contacto, contato контакт kontakt การติดต่อ temas sự liên hệ 联系人 ουσ θ επαφή [epa'fi] 1 άγγιγμα μεταξύ δύο σωμάτων contact σημείο επαφής le point de contact 3 κοινωνική σχέση relation Έχω επαφές στο εξωτερικό. J'ai des relations à l'étranger. 4 η σεξουαλική πράξη rapport (sexuel) έχω σεξουαλικές επαφές avoir des rapports sexuels Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|