Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.759.090.514 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επαφή

0,02 sec.
επαφή contact, touch contact contatto اتصال kontakt kontakt Kontakt contacto yhteys kontakt 連絡 접촉 contact kontakt kontakt contacto, contato контакт kontakt การติดต่อ temas sự liên hệ 联系人
ουσ θ επαφή [epa'fi]
1 άγγιγμα μεταξύ δύο σωμάτων contact
σημείο επαφής le point de contact
2 επικοινωνία contactrapport
είμαι σε επαφή με κπ être en contact avec qqn
φέρνω κπ σε επαφή με κπ άλλον mettre qqn en rapport avec qqn d'autre
3 κοινωνική σχέση relation
Έχω επαφές στο εξωτερικό. J'ai des relations à l'étranger.
4 η σεξουαλική πράξη rapport (sexuel)
έχω σεξουαλικές επαφές avoir des rapports sexuels


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.