| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.157.527 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επείγων |
0,21 sec. |
|
επείγων pressé, urgent urgent مُلِحْ naléhavý presserende dringend urgente kiireellinen hitan urgente 緊急の 긴급한 urgent presserende pilny urgente срочный brådskande ที่จำเป็นเร่งด่วน ivedi khẩn cấp 紧急的 επίθ α / θ / ουδ επείγων, επείγουσα, επείγον [e'piɣon, e'piɣusa, e'piɣon] επίρρ επειγόντως [epi'ɣondos] χωρίς καθυστέρηση d'urgence Τηλεφωνήστε επειγόντως! Téléphonez d'urgence ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|