| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.483.218 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επείγων |
0,01 sec. |
|
|
επείγων pressé, urgent urgent مُلِحْ naléhavý presserende dringend urgente kiireellinen hitan urgente 緊急の 긴급한 urgent presserende pilny urgente, emergência срочный brådskande ที่จำเป็นเร่งด่วน ivedi khẩn cấp 紧急的, 紧急 緊急 חירום
επίθ α / θ / ουδ επείγων, επείγουσα, επείγον [e'piɣon, e'piɣusa, e'piɣon] επίρρ επειγόντως [epi'ɣondos] χωρίς καθυστέρηση d'urgence Τηλεφωνήστε επειγόντως! Téléphonez d'urgence ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|