Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.618.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επεισόδιο

0,03 sec.
επεισόδιο episode, incident épisode episódio سلسلة متتابعة příhoda episode Episode episodio tapahtuma epizoda episodio エピソード 일화 aflevering episode epizod эпизод episod ตอน bölüm hồi 插曲
ουσ ουδ επεισόδιο [epi'soðio]
1 συμβάν cas; événement
Το επεισόδιο πήρε διαστάσεις. L'incident a pris des proportions importantes.
2 φασαρία, αναστάτωση incident
Έγιναν επεισόδια στη διαδήλωση. Il y a eu des incidents lors de la manifestation.
3 μέρος τηλεοπτικής σειράς épisode
χάνω επεισόδιο rater un épisode
τα επεισόδια ενός σίριαλ les épisodes d'une série
4 ξαφνική παύση λειτουργίας οργάνου attaque; crise
εγκεφαλικό επεισόδιο une attaque cérébrale
καρδιακό επεισόδιο une crise cardiaque


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.