| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.617.324 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επενδύω |
0,03 sec. |
|
επενδύω invest, line investir, placer инвестировать يَستثمر investovat investere investieren invertir sijoittaa ulagati investire 投資する 투자하다 investeren investere zainwestować investir investera ลงทุน yatırım yapmak đầu tư 投资 ρ μετβ επενδύω [epen'ðio] 2 προσπαθώ για κτ ώστε να κρατήσει στο μέλλον s'investir επενδύω σε μία σχέση s'investir dans une relation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|