| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.485.320 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επενδύω |
0,01 sec. |
|
|
επενδύω invest, line investir, placer инвестировать يَستثمر investovat investere investieren invertir sijoittaa ulagati investire 投資する 투자하다 investeren investere zainwestować investir investera ลงทุน yatırım yapmak đầu tư 投资
ρ μετβ επενδύω [epen'ðio] 2 προσπαθώ για κτ ώστε να κρατήσει στο μέλλον s'investir επενδύω σε μία σχέση s'investir dans une relation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|