| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.495.741 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επεξεργάζομαι |
0,01 sec. |
|
|
επεξεργάζομαι edit, process verki travailler modifica bewerken editar Редактиране 编辑 editar Bearbeiten 編輯 편집 Redigera แก้ไข
ρ μεσοπαθ επεξεργάζομαι [epekser'ɣazome] 1 δουλεύω με συγκεκριμένο υλικό travailler επεξεργάζομαι το δέρμα travailler le cuir 2 μελετώ δεδομένα ώστε να δημιουργήσω κτ traiter επεξεργάζομαι στοιχεία traiter des données Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|