| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.861.068 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επεξεργάζομαι |
0,01 sec. |
|
επεξεργάζομαι edit, process verki travailler ρ μεσοπαθ επεξεργάζομαι [epekser'ɣazome] 1 δουλεύω με συγκεκριμένο υλικό travailler επεξεργάζομαι το δέρμα travailler le cuir 2 μελετώ δεδομένα ώστε να δημιουργήσω κτ traiter επεξεργάζομαι στοιχεία traiter des données Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|