| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.496.248 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επεξεργασία |
0,01 sec. |
|
|
επεξεργασία editing, process, processing traitement de texte
ουσ θ επεξεργασία [epekserɣa'sia] 1 η διαμόρφωση υλικού traitement; travail η επεξεργασία του ξύλου le traitement du bois 2 η διαμόρφωση εικόνας κειμένου στον υπολογιστή traitement η επεξεργασία κειμένου le traitement de texte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|