| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.435.269 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επηρεάζω |
0,01 sec. |
|
επηρεάζω influence, affect influencer, affecter afetar, afectar, influenciar يُؤثِر, يُؤثِر فى ovlivnit, působit påvirke beeinflussen, betreffen afectar, influir vaikuttaa djelovati na, utjecati influenzare, influire su 影響を与える 영향을 미치다 beïnvloeden influere, påvirke wpłynąć влиять, воздействовать påverka กระทบ, มีอิทธิพล etkilemek gây ảnh hưởng, tác động 影响 ρ μετβ επηρεάζω [epire'azo] ρ μεσοπαθ επηρεάζομαι [epire'azome] 1 εμπνέομαι être influencé/-ée 2 δυσκολεύομαι να σχηματίζω προσωπική άποψη se laisser influencer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|