Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.759.051.205 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επιβάλλω ποινή

0,02 sec.
επιβάλλω ποινή يُجَرِم
επιβάλλω ποινή potrestat
επιβάλλω ποινή straffe
επιβάλλω ποινή bestrafen
επιβάλλω ποινή penalize
επιβάλλω ποινή sancionar
επιβάλλω ποινή rangaista
επιβάλλω ποινή pénaliser
επιβάλλω ποινή kazniti
επιβάλλω ποινή penalizzare
επιβάλλω ποινή 罰する
επιβάλλω ποινή 처벌하다
επιβάλλω ποινή straffen
επιβάλλω ποινή ilegge straff
επιβάλλω ποινή ukarać
επιβάλλω ποινή penalizar
επιβάλλω ποινή штрафовать
επιβάλλω ποινή belägga med straff
επιβάλλω ποινή ลงโทษ
επιβάλλω ποινή cezalandırmak
επιβάλλω ποινή phạt
επιβάλλω ποινή 处罚


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.