| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.354.520 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιβλέπω |
0,02 sec. |
|
επιβλέπω oversee, supervise ρ μετβ επιβλέπω [epi'vlepo] εξετάζω άν κτ γίνεται σωστά surveiller επιβλέπω το προσωπικό surveiller le personnel επιβλέπω οικοδομή surveiller le chantier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|