| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.464.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιβραβεύω |
0,01 sec. |
|
επιβραβεύω ρ μετβ επιβραβεύω [epivra'vevo] αναγνωρίζω την αξία κάποιου récompenser επιβραβεύω την επίδοση κάποιου récompenser le progrès de qqn ρ μεσοπαθ επιβραβεύομαι [epivra'vevome] αναγνωρίζομαι être reconnu/-e Οι προσπάθειές μου επιβραβεύτηκαν. Mes efforts sont récompensés. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|