| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.596.701 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιβραδύνω |
0,01 sec. |
|
επιβραδύνω decelerate, retard, slow down يبُطئ zpomalit sagtne farten verlangsamen aminorar la velocidad hidastaa ralentir usporiti rallentare もっとのんびりする 속도가 떨어지다 vertragen redusere hastigheten zwolnić diminuir a velocidade замедлить sakta ner แล่นช้าลง yavaşlamak làm chậm lại 减速 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|