| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.573.358 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιγονατίδα |
0,02 sec. |
|
επιγονατίδα الرضفة čéška knæskal Kniescheibe kneecap rótula polvilumpio rotule čaška koljena rotula ひざがしら 슬개골 knieschijf kneskål rzepka rótula de joelho, rótula do joelho коленная чашка knäskål กระดูกสะบ้าหัวเข่า dizkapağı xương bánh chè 膝盖骨 ουσ θ επιγονατίδα [epiɣona'tiða] 2 ο ειδικός επίδεσμος για το γόνατο genouillère φοράω επιγονατίδα porter une genouillère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|