| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.878.659 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδέξιος |
0,02 sec. |
|
επιδέξιος adept, adroit, deft, dexterous, habile, neat, skilful, skillful lerta taitava adroit agil بارع zručný dygtig geschickt hábil vješt abile 熟練した 숙련된 vakkundig dyktig zręczny habilidoso искусный duktig ซึ่งมีความชำนาญ becerikli tài giỏi 娴熟的 επίθ α / θ / ουδ επιδέξιος, επιδέξια, επιδέξιο [epi'ðeksios, epi'ðeksia, epi'ðeksio] που είναι ικανός σ'αυτό που κάνει habileadroit/-oite επιδέξιος οδηγός un conducteur habile Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|