| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.106.733 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδείνωση |
0,01 sec. |
|
επιδείνωση deterioration, exacerbation aggravation ουσ θ επιδείνωση [epi'ðinosi] χειροτέρευση détérioration η επιδείνωση του καιρού la détérioration du temps Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|