| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.525.224 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επιδεινώνω |
0,03 sec. |
|
|
επιδεινώνω aggraver, détériorer aggravate, compound, deteriorate, exacerbate يَفْسَد zhoršit (se) forværre verschlechtern (sich) deteriorarse huonontua propadati deteriorare 悪化する 악화시키다 verslechteren forverre pogorszyć deteriorar ухудшать försämras เสื่อมโทรม kötülemek xấu đi 恶化
ρ μετβ επιδεινώνω [epiði'nono] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|