| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.525.738 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επιδεξιότητα |
0,01 sec. |
|
|
επιδεξιότητα adresse, compétence dexterity, skill مهارة zručnost evne Fähigkeit habilidad taito vještina abilità 熟練 수완 bekwaamheid ferdighet umiejętność habilidade умение skicklighet ความเชี่ยวชาญ beceri kỹ năng 技能 技能 מיומנות
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|