| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.024.055 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδιορθώνω |
0,02 sec. |
|
επιδιορθώνω repair, mend يُصْلِح opravit reparere reparieren reparar korjata réparer popraviti riparare 直す 고치다 herstellen reparere naprawić consertar исправлять laga ซ่อมแซม onarmak sửa chữa 修改 ρ μετβ επιδιορθώνω [epiðior'θono] 1 διορθώνω raccommoder επιδιορθώνω ένα παντελόνι raccommoder un pantalon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|