| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.956.553 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδιόρθωση |
0,02 sec. |
|
επιδιόρθωση ουσ θ επιδιόρθωση [epiði'orθosi] 1 διόρθωση raccommodage Τα ρούχα χρειάζονται επιδιόρθωση. Les vêtements ont besoin d'être raccommodés. 2 επισκευή bricolage η επιδιόρθωση συσκευής la réparation d'un appareil Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|