| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.474.319 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδιώκω |
0,02 sec. |
|
επιδιώκω pursue يُلاحِق pronásledovat forfølge verfolgen perseguir ajaa takaa poursuivre progoniti inseguire 追跡する 추적하다 de achtervolging inzetten jage ścigać perseguir преследовать förfölja ติดตาม peşine takılmak theo đuổi 追赶 ρ μετβ επιδιώκω [epiði'oko] 1 έχω βάλει στόχο ambitionner επιδιώκω μια νέα θέση ambitionner un nouveau poste 2 προσπαθώ serrer les dents επιδιώκω να συναντήσω κπ tenter de rencontrer qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|