| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.105.709 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδοτώ |
0,02 sec. |
|
επιδοτώ يُقَدِم العون المالي ل dotovat støtte subventionieren subsidize subsidiar, subvencionar tukea maksuin subventionner subvencionirati sovvenzionare 助成金を支給する 보조금을 지불하다 subsidiëren subsidiere dotować subsidiar субсидировать subventionera ให้ความช่วยเหลือในด้านการเงิน mali destek sağlamak bao cấp 补贴 ρ μετβ επιδοτώ [epiðo'to] (για οργανισμό) υποστηρίζω οικονομικά subventionner επιδοτώ τους πολύτεκνους subventionner les familles nombreuses επιδοτούμαι [epiðo'tume] être subventionné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|