| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.094.956 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιδότηση |
0,03 sec. |
|
επιδότηση subsidy إعانة مالية dotace støtte Zuschuss subvención tukimaksu subvention subvencija sussidio 助成金 보조금 subsidie subsidie dotacja subsídio субсидия subvention เงินช่วยเหลือ sübvansiyon tiền trợ cấp 津贴 ουσ θ επιδότηση [epi'ðotisi] οικονομική υποστήριξη από οργανισμό subvention επιδότηση ταινίας la subvention pour un film Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|