| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.547.582 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιείκεια |
0,02 sec. |
|
επιείκεια leniency, clemency, indulgence indulgence ουσ θ επιείκεια [epi'icia] η έλλειψη αυστηρότητας indulgence; clémence αντιμετωπίζω κπ με επιείκεια considérer qqn avec indulgence Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|