| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.272.347 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιζών |
0,02 sec. |
|
επιζών surviving, survivor survivant نَاجٍ člověk, který přežil overlevende Überlebender superviviente eloonjäänyt preživjeli sopravvissuto 生存者 생존자 overlevende overlevende ocalony sobrevivente выживший överlevande ผู้ที่อยู่รอด hayatta kalan người sống sót 幸存者 ουσ α επιζών [epi'zon] που έχει επιζήσει survivant; survivante οι επιζώντες δυστυχήματος les survivants de l'accident Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|