| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.433.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επικίνδυνος |
0,03 sec. |
|
επικίνδυνος gefährlich dangerous, hazardous, perilous dangereux pericoloso periculosus gevaarlijk خطير nebezpečný farlig peligroso vaarallinen opasann 危険な 위험한 farlig niebezpieczny perigoso опасный farlig ซึ่งเป็นอันตราย tehlikeli nguy hiểm 危险的 επίθ α / θ / ουδ επικίνδυνος, επικίνδυνη, επικίνδυνο [epi'cinðinos, epi'cinðini, epi'cinðino] 1 που κρύβει κινδύνους dangereux/-eusepérilleux/-euse επικίνδυνη περιοχή une région dangereuse επικίνδυνη αποστολή une mission périlleuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|