| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.562.825 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επικίνδυνος |
0,01 sec. |
|
|
επικίνδυνος gefährlich dangerous, hazardous, perilous dangereux pericoloso periculosus gevaarlijk خطير nebezpečný farlig peligroso vaarallinen opasann 危険な 위험한 farlig niebezpieczny perigoso опасный farlig ซึ่งเป็นอันตราย tehlikeli nguy hiểm 危险的, 危险 опасни 危險 מסוכן
επίθ α / θ / ουδ επικίνδυνος, επικίνδυνη, επικίνδυνο [epi'cinðinos, epi'cinðini, epi'cinðino] 1 που κρύβει κινδύνους dangereux/-eusepérilleux/-euse επικίνδυνη περιοχή une région dangereuse επικίνδυνη αποστολή une mission périlleuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|