| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.563.941 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επικεντρώνω |
0,01 sec. |
|
|
επικεντρώνω
ρ μετβ επικεντρώνω [epice'ndrono] ρ μεσοπαθ επικεντρώνομαι [epice'ndronome] στρέφομαι προς μια κατεύθυνση se focaliser επικεντρώνομαι στη δουλειά μου se focaliser sur son travail Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|