| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.490.710 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επικοινωνώ |
0,02 sec. |
|
επικοινωνώ communicate communiquer يَتَصِل بـ komunikovat kommunikere kommunizieren comunicar kommunikoida komunicirati comunicare 伝える 의사소통하다 communiceren kommunisere zakomunikować comunicar общаться kommunicera ติดต่อสื่อสาร iletişim kurmak truyền đạt 交流 ρ αμετβ επικοινωνώ [epicino'no] 1 χρησιμοποιώ τη γλώσσα για να μεταδώσω μήνυμα σε κπ communiquer Επικοινωνούμε στα αγγλικά. Nous communiquons en anglais. 2 έχω επαφή με κπ communiquerêtre en contact/en communication Επικοινωνούμε καθημερινά. Nous communiquons quotidiennement. 3 συνεννοούμαι καλά με κπ communiquer Δεν επικοινωνούμε καθόλου. Nous ne communiquons pas du tout. 4 (για χώρους) συνδέομαι communiquer Τα διαμερίσματά μας επικοινωνούν. Nos appartements communiquent. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|