| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.127.142 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επικροτώ |
0,02 sec. |
|
επικροτώ klatschen applaud, acclaim appaudir applaudir applaudire applaudir ρ μετβ επικροτώ [epikro'to] συμφωνώ se mettre d'accords'arranger επικροτώ την άποψη κάποιου approuver le point de vue de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|