| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.627.524 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επικυρώνω |
0,03 sec. |
|
επικυρώνω certify, ratify, affirm, authenticate, sanction ratifier ρ μετβ επικυρώνω [epici'rono] 1 βεβαιώνω ότι κτ είναι αυθεντικό certifiervalider επικυρώνω αντίγραφο certifier une photocopie 2 με την υπογραφή μου κάνω κτ να είναι έγκυρο ratifier επικυρώνω συνθήκη ratifier une convention Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|