| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.140.448 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επικύρωση |
0,02 sec. |
|
επικύρωση ratification homologation, ratification ουσ θ επικύρωση [epi'cirosi] 1 βεβαίωση αυθεντικότητας certification; validation επικύρωση υπογραφής la validation d'une signature 2 η υπογραφή που δίνει ισχύ σε έγγραφο ratification επικύρωση συμβολαίου la ratification d'un contrat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|