Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.898.577.099 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επιλογή

0,01 sec.
επιλογή choice, selection, option, pick choix, option, sélection اختيار, اصطفاء, انتقاء, خِيَار možnost výběru, výběr hakke, mulighed, udvalg, valg Auswahl, Spitzhacke, Wahl elección, opción, pico, selección hakku, vaihtoehto, valikointi, valinta izbor, odabir, opcija opzione, scelta, selezione 選択 곡괭이, 선택, 선택권 keuze, optie, pikhouweel, selectie utvalg, valg kilof, opcja, wybór escolha, opção, seleção, selecção выбор, отбор val การเลือก, การคัดเลือก kazma, seçenek, seçme cuốc chim, sự lựa chọn 挑选, 选择, 选择物, 选项
ουσ θ επιλογή [epilo'ʝi]
1 προτίμηση προσώπου ή πράγματος choix; sélection
η επιλογή ρούχων le choix de vêtements
η επιλογή φίλων la sélection d'amis
2 δυνατότητα compétence; aptitude
Δεν έχεις επιλογή. Tu n'as pas le choix.
μαθήματα επιλογής des cours en option


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.