| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.570.620 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιμένω |
0,09 sec. |
|
επιμένω insist, persist, linger, persevere insister, persister perseverar, insistir يُصِر naléhat insistere bestehen auf insistir vaatia inzistirati insistere 強要する 주장하다 aandringen insistere nalegać настаивать insistera ยืนยัน ısrar etmek khăng khăng 强调 ρ αμετβ επιμένω [epi'meno] επαναλαμβάνω κτ παρά τα εμπόδια persévérerinsister επιμένω στις απόψεις μου persévérer dans ses opinions επιμένω σ' ένα σημείο insister sur un point Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|