| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.589.154 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επιμονή |
0,02 sec. |
|
|
επιμονή persistence persistencia Persistenz persistenza persistance persistentie persistência 持久性 持久性 persistens pysyvyys התמדה 永続性 지속성 persistens
ουσ θ επιμονή [epimo'ni] το να επιμένει κν σε κτ insistance; persévérance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|