| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.756.490 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιπόλαιος |
0,01 sec. |
|
επιπόλαιος frivolous, shallow, superficial επίθ α / θ / ουδ επιπόλαιος, επιπόλαιη, επιπόλαιο [epi'poleos, epi'polei, epi'poleo] 2 όχι σοβαρός superficiel/-ielle επιπόλαιο τραύμα une blessure superficielle επίρρ επιπόλαια [epi'polea] futilementà la légère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|