| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.286.671 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιρροή |
0,02 sec. |
|
επιρροή influence, power, leverage influo influence أَثَرْ vliv indflydelse Einfluss influencia vaikutus utjecaj influenza 影響 영향 invloed innflytelse wpływ influência влияние inflytande อิทธิพล etki ảnh hưởng 影响 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|