| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.614.205 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επισκευάζω |
0,01 sec. |
|
|
επισκευάζω mend, repair يُصلح opravit reparere reparieren reparar korjata réparer popraviti riparare 修理する 수리하다 repareren reparere naprawić reparar ремонтировать reparera ซ่อมแซม tamir etmek sửa chữa 修理
ρ μετβ επισκευάζω [episce'vazo] φτιάχνω κτ που έχει χαλάσει réparerraccommoder επισκευάζω τηλεόραση réparer une télévision Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|