| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.033.066 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επισκευή |
0,02 sec. |
|
επισκευή repair تصليح oprava reparation Reparatur reparación korjaus réparation popravka riparazione 修理 수리 reparatie reparasjon naprawa reparação, reparo ремонт reparation การซ่อม tamir sự sửa chữa 修理 ουσ θ επισκευή [episce'vi] το φτιάξιμο φθαρμένου αντικειμένου réparation Κάνουμε επισκευές στο σπίτι. Nous faisons des travaux à la maison. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|