| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.614.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επισκευή |
0,02 sec. |
|
|
επισκευή repair تصليح oprava reparation Reparatur reparación korjaus réparation popravka riparazione 修理 수리 reparatie reparasjon naprawa reparação, reparo ремонт reparation การซ่อม tamir sự sửa chữa 修理, 修复 ремонт 修復 תיקון
ουσ θ επισκευή [episce'vi] το φτιάξιμο φθαρμένου αντικειμένου réparation Κάνουμε επισκευές στο σπίτι. Nous faisons des travaux à la maison. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|